Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Το Διαδίκτυο περιορίζει την επιστημονική έρευνα;

Ανησυχητικά τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης μελέτης:

Οι ψηφιακές βάσεις δεδομένων των επιστημονικών περιοδικών έχουν κάνει ευκολότερη τη ζωή για τους επιστήμονες όσο και τους επιστημονικούς συντάκτες. Δεν χρειάζεται πλέον να πηγαινοέρχονται στις βιβλιοθήκες, να ψάχνουν μέσα σε σκονισμένους τόμους και να κάνουν ουρά για το φωτοτυπικό. Με λίγα «κλικ» του ποντικιού μπορούν να φέρουν μπροστά τους τα έγγραφα που επιθυμούν και ίσως και άλλα που δεν γνώριζαν – την «μακριά ουρά» των πληροφοριών που το Διαδίκτυο καθιστά εφικτή.

Ετσι υποτίθεται ότι λειτουργούν τα πράγματα – ή μήπως όχι; Ο Τζέιμς Εβανς, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, αποφάσισε να το ερευνήσει. Το συμπέρασμά του, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Science αυτού του μήνα, είναι ότι συμβαίνει το αντίθετο. Βρήκε ότι όσο περισσότερα επιστημονικά περιοδικά γίνονται προσβάσιμα online, όλο και λιγότερα άρθρα αναφέρονται στις υποσημειώσεις των επιστημονικών ανακοινώσεων που δημοσιεύονται στα περιοδικά αυτά. Επιπλέον, τα άρθρα αυτά που αναφέρονται ως πηγές, τείνουν να έχουν τα ίδια δημοσιευτεί πρόσφατα. Η «μακριά ουρά» πληροφοριών που ακολουθεί τα δημοσιεύματα, όχι μόνο δεν γίνεται μακρύτερη αλλά περιορίζεται.

Λίστες πηγών

Ο δρ Εβανς βάσισε την ανάλυσή του σε στοιχεία από λίστες πηγών που συγκεντρώθηκαν από την Thomson Scientific (τμήμα της Thomson Reuters). Σε έναν κόσμο όπου οι ερευνητές οφείλουν να δημοσιεύουν ή να παραμένουν στην αφάνεια, οι λίστες αυτές έχουν κρίσιμη σημασία. Καταγράφουν πόσο συχνά έχει αναφερθεί ένα άρθρο ως πηγή από άλλα άρθρα, κι έτσι δίνουν ένα μέτρο της επιρροής του. Η έρευνα του δρος Εβανς καλύπτει 6.000 από τα πιο έγκυρα πανεπιστημιακά έντυπα, μερικά από τα οποία χρονολογούνται από το 1945. Διασταυρώνοντάς τα με μια βάση δεδομένων που αποκαλείται Fulltext Sources Online, μπόρεσε να βρει πότε η καθεμιά από αυτές τις επιστημονικές επιθεωρήσεις έγινε ψηφιακά προσβάσιμη – και κατά πόσο ένα έντυπο είχε αναρτήσει ηλεκτρονικά τα παλαιότερα τεύχη του. Τέλος, αναζήτησε συσχετισμούς ανάμεσα στα δύο αυτά σύνολα.

Εκείνο που ανακάλυψε ήταν ότι, για κάθε επιπλέον έτος προηγούμενων τευχών μιας εφημερίδας προσβάσιμης στο Διαδίκτυο, η μέση ηλικία των άρθρων που αναφέρονται στα δημοσιεύματά της πέφτει κατά ένα μήνα. Διαπίστωσε επίσης μια αύξηση, από τη στιγμή που ένα περιοδικό βρίσκεται στο Διαδίκτυο, του αριθμού των άρθρων που δεν έχουν καμία αναφορά.

Θα μειωθούν κι άλλο

Εκείνο που προβλέπει είναι ότι, για ένα μέσο επιστημονικό περιοδικό σήμερα, πέντε επιπλέον χρόνια διαθεσιμότητας στο Διαδίκτυο θα προκαλέσουν μια κατακόρυφη πτώση του αριθμού των άρθρων τα οποία παίρνουν μία ή δύο αναφορές – από 600 σε 200 το χρόνο. Αντί λοιπόν να διευρύνει την «ουρά πληροφοριών», η σύγχρονη επιστήμη φαίνεται να εστιάζει σε ένα μικροσκοπικό κομμάτι της.

Το γιατί συμβαίνει αυτό παραμένει ασαφές. Μια εξήγηση μπορεί να είναι ότι η αναφορά εργασιών με τους τίτλους και το όνομα του συγγραφέως τους μόνο, όπως γινόταν στις έντυπες επιστημονικές επιθεωρήσεις, ανάγκαζε τους αναγνώστες να ρίξουν μια βιαστική έστω ματιά σε έργα που δεν σχετίζονταν άμεσα με τα δικά τους – ή ακόμα και ότι η πράξη απλώς της φυλλομέτρησης ενός τόμου μπορούσε να αποκαλύψει απρόσμενους θησαυρούς. Αυτό πιθανόν να οδηγούσε τους ερευνητές να κάνουν ευρύτερες συγκρίσεις και να ενσωματώσουν περισσότερα προγενέστερα αποτελέσματα στις έρευνές τους.

Δεν γνωρίζουμε ακόμα αν αυτή η αλλαγή είναι για καλό ή για κακό. Η ηλεκτρονική αναζήτηση σημαίνει ότι καμιά σχετική επιστημονική εργασία δεν θα μείνει αδιάβαστη, αλλά όταν στενεύεις την έννοια του «σχετικού» κινδυνεύεις να περιορίσεις τη γόνιμη διασταύρωση ιδεών που ενίοτε οδηγεί σε μεγάλα, απρόσμενα βήματα προόδου. Οπως προσφυώς έχει ειπωθεί, ο ειδικός είναι κάποιος που γνωρίζει όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα, έως ότου καταφέρει να γνωρίζει τα πάντα για το τίποτα. Θα ήταν ειρωνεία αν το παγκόσμιο Διαδίκτυο προωθούσε αυτό ακριβώς το είδος επιστημοσύνης.
[via1 -The Economist]

Δεν υπάρχουν σχόλια: