Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Ενας φιλαναγνώστης γράφει για την ανάγνωση, τη βιβλιοθήκη και το μέλλον της

Ο πόλεμος των βιβλίων

Ο Τζόναθαν Σουίφτ ήταν εκείνος που φαντάστηκε τον πόλεμο των βιβλίων. Στο σατιρικό του κείμενο γράφει ότι οι τόμοι δεν κάθονται ήσυχα στα ράφια τους, ξεσηκώνονται, αρπάζονται, χειροδικούν και ξεσκίζουν ο ένας τις σελίδες του άλλου. Τις νύχτες όμως, όταν σβήνονται τα φώτα της βιβλιοθήκης, κάνουν το αντίθετο, ερωτεύονται και πολλαπλασιάζονται. Το λιγότερο που λέει, το κείμενο του Σουίφτ, είναι ότι τα βιβλία αποτελούν ζωντανούς οργανισμούς. Τόσο τουλάχιστον, όσο οι άνθρωποι που τα έγραφαν. Γιατί συγγραφέας πρώτα απ’ όλα είναι ο φανατικός αναγνώστης.

Αρωμα βιβλίων

Ενας τέτοιος είναι ο Αργεντινός βιβλιοφάγος Alberto Manguel ο συγγραφέας της «Ιστορίας της ανάγνωσης». Το νέο του βιβλίο The Library at Night που εκδόθηκε πρόσφατα (εκδ. Yalle, 384 σελ. 18,99 στερλίνες) μοιάζει και διαφέρει από εκείνο. Σε τούτο υπάρχουν και ανάγνωση και βιβλιοθήκη αλλά η βιβλιοθήκη είναι η δική του. Αυτήν έχει δημιουργήσει και εγκαταστήσει σ’ ένα παλιό αχυρώνα του 15ου αιώνα στο Λουάρ της Γαλλίας. Εκεί κάθεται τα βράδια, ήσυχα και προφυλαγμένος από τον άμορφο έξω κόσμο. Δεν χρειάζεται να διαβάσει, του αρκεί να νιώθει τη μυρωδιά των βιβλίων, του χαρτιού και του δέρματος που λειτουργεί πάνω του σαν κατευναστικό, ηρεμιστικό και υπνωτικό. Του αρέσει να βρίσκεται μέσα σ’ αυτά τα μαυσωλεία που είναι οι βιβλιοθήκες. Εκεί μέσα μπορεί και ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο. Στο βάθος ίσως να κρύβεται η λαχτάρα του απόλυτου το οποίο είναι ασύλληπτο στην εμπειρία. Πίσω από τις πολύωρες και πολυήμερες αναζητήσεις σπάνιων τόμων σε σκονισμένα μικρομάγαζα (υπόγεια και ημιυπόγεια συνήθως) που πωλούν μεταχειρισμένα βιβλία, κρύβεται η επιθυμία για μια ενότητα των φαινομένων. Ο πόθος της ανεύρεσης μιας σχέσης που δένει τα αντιφατικά φαινόμενα της ζωής. Τελικά όμως αυτή η σχέση δεν υπάρχει παρά μόνο ενσαρκωμένη στο ένα άτομο που την αναζητεί, τον αναγνώστη τον ίδιο.

Μεγαλομανία; Ισως γι’ αυτό ο Θεός κατέστρεψε τον Πύργο της Βαβέλ. Η βίβλος ήταν (και ήθελε να είναι) το μόνο βιβλίο που έκρυβε την αλήθεια. Ομως όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται οι πρώτες βιβλιοθήκες το κύρος της βίβλου υποβαθμίστηκε γιατί η αλήθεια πλέον άρχισε να αναζητείται και αλλού, έστω μέρος της. Η σχετικότητα της, πριν απόλυτης και κατηγορηματικής αλήθειας, της μιας αλήθειας, οδήγησε στις πολλές αλήθεις ή ίσως σωστότερα, στην αλήθεια εκείνη που δεν είναι συμπαγής και ενιαία, αλλά αποτελείται από πολλά συστατικά μέρη.

Αυτά τα μέρη, βρίσκονται στις βιβλιοθήκες. Αργότερα, στις εγκυκλοπαίδειες. Η φωτισμένη «Εγκυκλοπαίδεια» του Ντιντερό (1752), για τον Μανγκουέλ, είναι η ενσάρκωση της «αλληλεπιδραστικής» βιβλιοθήκης. Εκείνη η εγκυκλοπαίδεια είχε κατηγορηθεί για βλασφημία, επειδή σ’ ολόκληρη την ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, δεν είχε βρει θέση για τη θρησκεία.

Οι βιβλιοθηκάριοι είναι εκείνοι που βάζουν τάξη στο χάος της γνώσης. Βέβαια είναι ένα χάος πλαστό, όμως αυτή η πλαστότητα ή μάλλον η ανισόρροπη λογική, κάνει τις βιβλιοθήκες, τόσο «ευχάριστα στην παραφορύνη τους, μέρη», κατά τον Μανγκουέλ. Ο Φαρλάιν, κάποτε χαρακτήρισε το αναγνωστήριο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης ως θάλαμο ψυχιατρείου που κάποια άτομα σε κατάσταση μωρίας, φυλλομετράνε παλιά βιβλία, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα. Θέμα του Μανγκουέλ, η βιβλιοθήκη του, στον αχυρώνα του 15ου αιώνα. Ευτυχώς όμως, όπως γράφει ο Πίτερ Κόνραντ στην «Ομπζερβέρ» δεν είναι μόνο αυτό το ταξίδι που προσφέρει το βιβλίο του, δεν είναι περιορισμένο στους τοίχους του αχυρώνα. Ξαπλώνεται έξω, στους ορίζοντες που ανοίγουν οι σελίδες των βιβλίων τα οποία είναι κλεισμένα μέσα. Ο συγγραφέας αφού μιλήσει πρώτα, αρκετά και με αγάπη, για την εξωτερική όψη των βιβλίων, το δερμάτινο δέσιμό τους, τα σημάδια της χρήσης επάνω τους, ακόμη και τα μικρά άσπρα αυτοκόλλητα πάνω στο εξώφυλλο με την τιμή τους, ύστερα, τα ανοίγει και μπαίνει στο περιεχόμενό τους. Από κει και πέρα το δικό του βιβλίο, γίνεται μια σταυροφορία υπέρ της «βιβλιοθήκης» ως παρακαταθήκη της μνήμης. Σε αυτό τον ξεριζωμένο κόσμο, ο μόνος τόπος που αξίζει.

Μια σταυροφορία αναγκαία, εμπρός στο Ιντερνετ. Ενα βιβλίο που διαβάζεται πάνω σε μια οθόνη, δεν είναι βιβλίο. Είναι θλιβερό απομεινάρι εκείνου που ήταν. Είναι κάτι άυλο που ούτε να το κατέχεις μπορείς ούτε να το αγαπήσεις ούτε να το κρατήσεις. Και κάτι που δεν μπορούν να πιάσουν και να κρατήσουν τα χέρια, πώς μπορεί να συγκρατήσει το μυαλό; Η διά των πολυμέσων βιβλιοθήκη του Ιντερνετ, ανατρέπει και εξολοθρεύει την οικουμενική βιβλιοθήκη που ονειρεύτηκαν οι Αναγεννησιακοί. Η παραδοσιακή βιβλιοθήκη ήταν η ιερή ακρόπολη αφιερωμένη στην ιδέα της παντογνωσίας, το Ιντερνετ αντίθετα είναι το έμβλημα της φιλοδοξίας να είμαστε «πανταχού παρόντες». Η βιβλιοθήκη που κάποτε κατείχε τα πάντα, λέει με λύπη ο Μανγκουέλ, έγινε η βιβλιοθήκη που κατέχει ό, τι να ’ναι.

Ενα όνειρο

Ο συγγραφέας έχει την ηλικία, τη σοφία να τη θλίψη να γνωρίζει ότι το μέλλον ανήκει στους δίσκους του CD ROM. Γι’ αυτό και παρομοιάζει τη βιβλιοθήκη του με το φέρετρο με το χώμα της πατρίδας που ο Δράκουλας κουβαλούσε μαζί του από την Τρανσυλβανία στο Λονδίνο. Η ανάγνωση είναι μια τελετουργία αναγέννησης και για τον αναγνώστη και για το βιβλίο – αμφότεροι ξαναγεννιούνται. Ο Μανγκουέλ δείχνει με αυτό το καινούργιο βιβλίο του, τι είναι το όνειρό του της υπερουράνιας βιβλιοθήκης, αυτή μέσα στην οποία ο χωρομέτρης του «Πύργου» του Κάφκα σαλπάρει αναζητώντας το Αγιο Δισκοπότηρο, με το πλοίο του Αχαμπ, από το «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ, ναυαγεί σε ένα ερημονήσι όπου σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο, επαναδημιουργεί τον πολιτισμό με τη βοήθεια τριών βιβλίων σωσμένων από το ναυάγιο. Τα βιβλία γίνονται ζωντανά όντα, στα χέρια ανθρώπων σαν τον Μανγκουέλ.

The Observer - via

Δεν υπάρχουν σχόλια: